Ιστορική αναδρομή
Η ελληνική παροικία της Κυανής Ακτής και του Πριγκιπάτου του Μονακό, ακόμη ολιγάριθμη τη δεκαετία του 1930, δεν μπορούσε να σκεφθεί την άμεση ανέγερση μιας εκκλησίας. Ελλείψει οικονομικών μέσων αλλά και επαρκούς αριθμού πιστών — κατάσταση ευτυχώς πολύ διαφορετική σήμερα — δεν δημιουργήθηκε καμία οργανωμένη κοινοτική ένωση πριν από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μόλις το 1950, με πρωτοβουλία του κ. René ALLONGUE, Προξενικού Αντιπροσώπου της Ελλάδος στη Νίκαια, συγκροτήθηκε επίσημα η “Ένωση των Ελλήνων της Κυανής Ακτής”. Ωστόσο, η νεοσύστατη αυτή ένωση εξυπηρετούνταν μόνο περιστασιακά από τον ιερέα που ερχόταν από τη Μασσαλία. Η Θεία Λειτουργία τελούνταν στον ρωσικό ναό της οδού Longchamp.
Παρά ταύτα, πάντοτε με την παρότρυνση του κ. ALLONGUE, η Ένωση των Ελλήνων ζήτησε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα να αποστείλει μόνιμο ιερέα. Έτσι, προς το τέλος του 1953, έφθασε στη Νίκαια ένας νεαρός ιερέας, απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, ο πατήρ Καλλίστου ΒΑΦΙΑΣ, ο οποίος και διορίστηκε εφημέριος της ενορίας.
Δύο χρόνια αργότερα, χάρη στη συνδρομή των ευεργετών της κοινότητας — μεταξύ των οποίων αξίζει να μνημονευθούν ο κ. Νικόλαος ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, η κα Ζωγραφιά ΝΙΚΟΛΑΟΥ, καθώς και άλλοι συμπατριώτες εγκατεστημένοι στο Μονακό — η κοινότητα αγόρασε μια βίλα στους πρόποδες του λόφου Σιμιέ, επί της οδού Désambrois, για να εγκαταστήσει εκεί την εκκλησία και το εφημενείο της.

Η απόκτηση αυτού του ακινήτου, στην οποία είχε αφιερωθεί ο Σεβασμιώτατος Μελέτιος Καραμπίνης — ο μετέπειτα Μητροπολίτης Γαλλίας — επέτρεψε στην κοινότητα να οργανωθεί σε θρησκευτικό σωματείο, επίσημα αναγνωρισμένο στις 6 Αυγούστου 1955.
Στις 25 Μαρτίου 1957, εορτή του Ευαγγελισμού αλλά και εθνική εορτή της Ελλάδας, η Κοινότητα είδε να πραγματοποιείται η πιο αγαπημένη της επιθυμία: ο Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, Σεβ. Αθηναγόρας Καββαδάς, μαζί με τον τότε βοηθό του Σεβ. Μελέτιο, εγκαινίασαν τον χώρο λατρείας και τον αφιέρωσαν στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Πολλές πολιτικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες, γαλλικές και ελληνικές, συμμετείχαν σε αυτό το σημαντικό γεγονός.

Αργότερα, μέχρι και τις ημέρες μας, θα προστεθούν και άλλοι μεγάλοι ευεργέτες από το Μονακό και τη Νίκαια, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν τα ονόματα του Γεωργίου και της Κυριακής Παπακωνσταντίνου.
Μετά τον θάνατο του πατρός Καλλίστου το 1977, ανέλαβε τη συνέχεια ο πατήρ Νικηφόρος Πεζόπουλος μέχρι το 1983, ενώ οι εργασίες διαμόρφωσης της ιδιοκτησίας
συνεχίζονταν με ζήλο. Τον Οκτώβριο του 1983, ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Χαραλαμπίδης γίνεται ο νέος εφημέριος. Το 1987, εκλέγεται και χειροτονείται Επίσκοπος Ναζιανζού, με έδρα τη Νίκαια, ως βοηθός του Μητροπολίτη Γαλλίας κ. Ιερεμία Καλλιγεώργη και αυτό για όλη την περιοχή «Μίντι-Μεσογείου». Το Πάσχα του 1986, λαμβάνει ως βοηθό έναν εφημέριο, τον πατέρα Μιχαήλ Σεληνιωτάκη, ο οποίος είναι ταυτόχρονα ιερέας της Ενορίας και δάσκαλος του ελληνικού σχολείου της κοινότητας. Τμήμα γυμνασίου και λυκείου θα δημιουργηθεί το 1993, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Ιωάννη Λιώνη.
Η αρχική ιδιοκτησία, από την απόκτησή της έως σήμερα, δεν έπαψε να απαιτεί πολλές και σημαντικές μετατροπές τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες των μελών της, καθώς ο αριθμός τους δεν σταματούσε να αυξάνεται. Διότι δεν αρκούσε μόνο η κατοχή ενός αξιοπρεπούς χώρου λατρείας. Χθες, όπως και σήμερα, η επιθυμία όλων είναι να πραγματοποιούνται συνεχώς όλες οι απαραίτητες βελτιώσεις ώστε αυτός ο κοινοτικός χώρος να μπορεί να ανταποκριθεί σε όλες τις ανάγκες: χώρος λατρείας, χώρος πολιτισμού, χώρος κοινωνικής δράσης για τους πιο αδύναμους, σύμφωνα με την ορθόδοξη θρησκευτική κληρονομιά και τη βυζαντινή παράδοση.
Όσον αφορά την Εκκλησία, πρώτα ήρθε από την Ελλάδα το 1967 (δωρεά της κ. Ιβόννης Εμπιρίκου) ένα τέμπλο ειδικά κατασκευασμένο γι’ αυτήν και διακοσμημένο με αντίγραφα παλαιών εικόνων. Το τέμπλο αυτό, σχεδιασμένο στο αγνότερο βυζαντινό ύφος από τον γνωστό αγιογράφο των Αθηνών Γεώργιο Γέροντα, είναι εξ ολοκλήρου χειροποίητο. Οι τέσσερις μεγάλες εικόνες του είναι διάσημα και παλαιά αντίγραφα (17ου-18ου αι.). Ο Χριστός είναι αντίγραφο εικόνας που βρίσκεται στο Άγιον Όρος· οι τρεις άλλες (η Παναγία, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Άγιος Σπυρίδων) είναι αντίγραφα εικόνων των οποίων τα πρωτότυπα εκτίθενται στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών. Οι πλούσιες διακοσμήσεις του τέμπλου αναπαριστούν κλήματα αμπελιού και τσαμπιά σταφυλιών, όπως ορίζει η βυζαντινή παράδοση.
Το 1990–91, εμφανίζονται τα βιτρώ: μια πρόσφατη πρωτότυπη δημιουργία της οποίας τα θέματα είναι εμπνευσμένα είτε από παλιές τοιχογραφίες της Ελλάδας και της Κύπρου, είτε από πλοχμούς βασισμένους σε βυζαντινά καλλιγραφικά μοτίβα που βρίσκονται σε αγιορειτικά χειρόγραφα του Μεσαίωνα. Η δημιουργία ανήκει στον ορθόδοξο αγιογράφο γαλλικής καταγωγής Πιέρ Πελιάρ, ο οποίος είναι επίσης ο δημιουργός του ψηφιδωτού του Αγίου Σπυρίδωνος — δωρεά του κ. Σ. Βαχάρη — στο σπήλαιο που βρίσκεται στους πρόποδες της Εκκλησίας και αποτελεί αντίγραφο εικόνας του 13ου αιώνα που βρίσκεται στα Μετέωρα.
Το 1992–93, με δωρεά του κ. Λούκα Χατζη-Ιωάννου, η Εκκλησία καλύπτεται εξ ολοκλήρου με τοιχογραφίες (περίπου 200 τετραγωνικά μέτρα). Το όμορφο αυτό έργο ανατέθηκε στον Έλληνα αγιογράφο Λάζαρο Ζήκο και την ομάδα του, των οποίων το εργαστήριο βρίσκεται στην Αθήνα. Οι παραστάσεις είναι εμπνευσμένες από έργα του Αγίου Όρους, εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης και των Μετεώρων. Η σχολή που ακολουθήθηκε είναι εκείνη του Πανσέληνου (14ος αι.), ο οποίος είναι η αφετηρία της αγιορείτικης τέχνης της τοιχογραφίας, τέχνη που στη συνέχεια γέννησε τη μακεδονική σχολή (Βόρεια Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία ιδίως).
Παράλληλα, η ορθόδοξη σκέψη και ο ελληνικός πολιτισμός εκπροσωπήθηκαν με λαμπρότητα από τον Νικόλαο Σαραφόγλου, συγγραφέα πολλών άρθρων και εξαίρετο ομιλητή. Ας σημειώσουμε παρεμπιπτόντως το συμπληρωματικό έργο που αναλήφθηκε προς αυτή την κατεύθυνση από τη Villa Kérylos στο Beaulieu-sur-Mer και τα εγκαίνια της έδρας Πλάτωνος στο C.U.M. (1997).
Ας προσθέσουμε, για να ολοκληρώσουμε αυτήν την ιστορική αναδρομή, ότι η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα θα ζήσει την πιο σημαντική στιγμή της ιστορίας της με την επίσημη επίσκεψη στη Νίκαια και στο Μονακό της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου τον Νοέμβριο του 1995.
Τον Μάρτιο του 1999, ο εφημέριός της, ο Μητροπολίτης πλέον Στέφανος, Επίσκοπος Ναζιανζού, επιλέχθηκε από την Αγία Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως ως Αρχιεπίσκοπος Εσθονίας και νέος εφημέριος της Κοινότητας–Ενορίας διορίζεται ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιπρεσβύτερος–Δάσκαλος Μιχαήλ Σεληνιωτάκης.
Όπως μπορεί κανείς να καταλάβει, η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της Νίκαιας είναι και παραμένει το κέντρο και ο φορέας της Ορθόδοξης Πίστης, καθώς και όλων των παραδόσεων του βυζαντινο-ελληνικού πολιτισμού, όπως η μικτή πολυφωνική χορωδία βυζαντινής έμπνευσης σε ευρωπαϊκή αρμονία, κατά την παράδοση του Έλληνα συνθέτη Σακελλαρίδη, και η ομάδα της τοπικής νεολαίας και των Ελλήνων φοιτητών (που συναντάται κάθε πρώτη Τρίτη του μήνα στην αίθουσα εκδηλώσεων της Κοινότητάς μας), της οποίας η καλύτερη έκφραση είναι η ετήσια θεατρική της παράσταση. Επιπλέον, η Κοινότητα προσφέρει και τη δυνατότητα στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Νίκαια να δέχεται τους υπηκόους του, παραχωρώντας του δωρεάν ένα γραφείο.
Τόπος προσευχής, πολιτισμού, φιλανθρωπίας, ενότητας για ολόκληρη την Κοινότητα, ο Ιερός Ναός του Αγίου Σπυρίδωνος καλείται, με τη συμβολή όλων των μελών της, των φιλελλήνων φίλων και των υποστηρικτών της, να μαρτυρεί την επιθυμία και την πεποίθησή της να συμβάλει στην οικοδόμηση και την ανάπτυξη ολόκληρης της περιοχής Νίκαιας – Κυανής Ακτής και Μονακό, στην οποία έχει πλέον καταστεί ζωντανή πραγματικότητα σε συνεχή πρόοδο.
Επίσης, ο Άγιος Σπυρίδων δεν μπορεί να ξεχάσει όσα οφείλει στις γαλλικές πολιτικές και θρησκευτικές αρχές της Νίκαιας και της περιοχής, οι οποίες πάντοτε του έδειχναν τη συμπάθειά τους, την εμπιστοσύνη τους και τη στήριξή τους.





